ePub 版

the shield of the goddess is entirely overthrown by many passages from ancient authors collected by Junius to illustrate this statue.

It was alleged as a crime against Phidias that he had introduced his own portrait and that of Pericles in the battle of the Amazons, which formed the most striking ornament of the shield in question ; and Junius has cited a passage from Aristotle particularly remarkable, as it difplays the ingenious solicitude of the sculptor to preserve his own figure from the malignity of any one who might wish to strike it out of the group *.

Plutarch confiders the base attempt to ruin Phidias in the esteem of the Athenians as a political manæuvre to try the public influence of his patron Pericles. We owe to that invaluable biographer the anecdote to which I have alluded in the Poem : I mean the friendly precaution of Pericles, by which he protected the sculptor from the fanderous accusation of having embezzled a part of the gold consigned to him for the decoration of Minerva. By the advice of his illustrious friend, the artist is said to have contrived the golden habiliments of the goddess in such a manner that they might be easily removed, and his probity ascertained by the infallible test of the scales.

The vindication of his innocence in this important article did not secure Phidias from the insidious rancour of his enemies. He was accused of alluring the chaste matrons of Athens to his house, under the pretence of thewing his statues, for the dishonourable purpose of gratifying the licentious passions of his patrons. It has been said that he

* Τον αγαλματοποιον Φειδίαν κατασκευαζομενον την εν ακροπολει Αθηναν, φασιν εν μεση τη ταυτης ασπιδι το εαυτα προσωπον εντυπωσασθαι, και συνδησαι το αγαλματι δια τινος αφανες δημιουργιας: «Σε εξ ανάγκης, ει τις. Bohoito AUTO TEpoccupery, to CUPTT av ayahua QUESY TE XOU OUTX". “ Phidiam illum, quem fictorem pro. “ bum fuille tradit memoria, vidi ipse in clypeo Minervæ, quæ arcibus Atheniensibus prælia “ det, oris sui fimilitudinem ita colligasse, ut fi quis artificis voluiffet inde imaginem feparare, “ foluta compage, fimulac totius incolumitas, interiret.-Sic Apuleius transtulit hunc locum de“ sumtum ex Aristotele de Mundo.-JUNIUS, Catal. Artif. p. 159.

perished in prison, under the popular indignation which this calumny excited: but the indefatigable Meursius has proved, by the authority of an old scholiast on Aristophanes, that the persecuted artist escaped to Elis, and ended his days with honour in a scene which he is supposed to have adorned, in gratitude for the protection it afforded him, with the fublimest work of sculpture that was ever produced, even by Grecian talents—his Olympian Jupiter ; an image which he conceived, according to his own ingenuous account, from Homer's description of the

god *.

I will not enlarge this long note by transcribing all the animated passages in ancient authors which allude to this most memorable statue : but as it may gratify my reader to have an immediate opportunity of comparing my sketch of it in rhyme with more minute descriptions in prose, I will add the Greek original from Pausanias, and a modern copy from the eloquent Travels of Anacharsis.

Καθεζεται μεν δη ο Θεος εν θρονω χρυσε πεποιημενος και ελεφαντος στεφανος δε επικειται οι τη κεφαλη, μεμιμημενος ελαιας κλωνας" εν μεν δη τη δεξια φερει Νικην εξ ελεφαντος και ταυτην και χρυσε, ταινιαν τε εχεσαν, και επι τη κεφαλη στεφανον τη δε αριςερα τε Θεα χαριεν εςι σκηπτρον μεταλλοις τοις πασιν ηνθισμενον. Ο δε ορνις ο επι τω σκηπτρω καθημενος, εςιν ο αετος χρυσε δε και τα υποδηματα τω Θεω, και ιματιον ωσαύτως εςι: τω δε ιματιω ζωδια τε και των ανθων τα κρινα εςιν εμπεποιημενα. Ο δε θρονος ποικιλος μεν χρυσω και λιθοις, ποικιλος δε και εβενω τε και ελεφαντι. εςι και ζωα τε επ' αυτο, γραφη μεμιγμενα και αγαλματα εςιν ειργασμενα. Νικαι μεν δη τεσσαρες, χορευου

• “ Phidias Homeri versibus egregio diéto allusit; fimulacro enim Jovis Olympii perfecto, “ quo nullum præstantius aut admirabilius humanæ fabricæ manus fecit, interrogatus ab “ amico, quonam mentem fuam dirigens vultum Jovis propemodum ex ipso cælo petitum, « eboris lineamentis effet amplexus, illis fe verfibus quafi magiftris ufum refpondit:

Η' και κυανεησιν επ' οφρυσι νευσε Κρονιων
Αμβροσιαι δαρα χαιται επερρωσαντο ανακτος
Κρατος απ' αθανατοιο" μεγαν δ' ελελιξεν Ολυμπον. VALERIUs MAXIMUS, 1. iii. C. 7.

σων παρεχομεναι σχημα κατα έκαςον το θρονε τον ποδα: δυο δε εισιν αλλαι προς εκανε πεζη ποδος των ποδων δε εκατερων των εμπροσθεν, παιδες τε επικεινται Θηβαιων υπο σφιγγων ηρπασμενοι και υπο τας σφιγγας, Νιόβης της παιδας Απολλων κατατοξευουσι και Αρτεμις" των δε εκ τα θρονε μεταξυ ποδων τεσσαρες κανονες εισι ποδος, ες ποδα ετερον διωκων εκαςος. τω μεν δη κατ' ευθυ της εσοδε κανονι, επτα εςιν αγαλματα επ' αυτω. το γαρ ογδοον εξ αυτων εκ ισασι τροπον οντινα εγενετο αφανες. ειη δ' αν αγωνισματων αρχαιων ταυτα μιμηματα. ......Επιδε των κανόνων τους λοιπους, ο λοχος εςιν ο συν Ηρακλει μαχομενος προς Αμαζονας. αριθμος μεν δη συναμφοτερων ες εννεα εςι και εικοσι. τετακται δε και Θησεύς εν τοις συμμαχοις των Ηρακλει. Ανεχεσι δε εχoι πoδες μονοι τον θρονον, αλλα και κιονες, ισοι τοις ποσι μεταξυ εςηκότες των ποδων.......Επι δε τοις ανωτατω το θρονε, πεποιηκεν ο Φειδιας υπερ την κεφαλην το αγαλματος, τ8το μέν Χαριτας, τουτο δε Ωρας, τρεις εκατερας. ειναι γαρ θυγατερας Διος και ταυτας εν επεσιν εςιν ειρημενα...... Το υποθημα δε το υπο τε Διος τοις ποσιν υπο των εν τη Αττικη καλεμενον θρανιον λεοντας τε χρυσες, και Θησεως επειργασμενην εχει μαχην την προς Αμαζονας, το Αθηναιων πρωτον ανδραγαθημα ες εχ ομοφυλες. επι δε τα βαθρα τα θρονον τε ανεχοντος και ορος, αλλος κοσμος περι τον Δια. επι τετε τα βαθρα χρυσα ποιηματα αναβεβηκως επι αρμα Ηλιος, και Ζευς τε εςι και Ηρα. παρα δε αυτον Χαρις. ταυτης δε Ερμης εχεται, τε Ερμα δε Εςια" μετα δε την Εςιαν Ερως εςιν εκ θαλασσης Αφροδιτην ανιεσαν υποδεχομενος. την δε Αφροδιτης στεφανοι Πειθω. επειργας αι δε και Απολλων συν Αρτεμιδι, Αθηνα τε και Ηρακλης και ηδη τε βαθρα προς το περατι Αμφιτριτη και Ποσειδων, Σεληνη τε ιππον (εμοι δοκειν) ελαυνεσα.-PAUSANIAS, p. 403. edit. Kuhnii.

“ La figure de Jupiter est en or et en ivoire, et quoique affise, elle « s'élève prefque jufqu'au plafond du temple. De la main droite, “ elle tient une victoire également d'or et d'ivoire; de la gauche, un “ fceptre travaillé avec goût, enrichi de diverses espèces de métaux, et “ futmonté d'un aigle. La chaussure est en or, ainsi que le manteau sur “ lequel on a gravé des animaux, des fleurs, et sur-tout des lis.

“ Le trône porte sur quatre pieds, ainsi que sur des colonnes intermé“ diaires de même hauteur. Les matières les plus riches, les arts les “ plus nobles concoururent à l'embellir. Il est tout brillant d'or, “ d'ivoire, d'ébène, et de pierres précieuses, par tout décoré de “ peintures et des bas-reliefs.

“ Quatre de ces bas-reliefs sont appliqués sur la face antérieure de “ chacun des pieds de devant. Le plus haut représente quatre Vic“ toires dans l'attitude de danseuses; le second, des sphinx, qui en" lèvent les enfans de Thébains ; le troisième, Apollon et Diane per“ çant de leurs traits les enfans de Niobé ; le dernier enfin, deux au“ tres Victoires.

“ Phidias profita des moindres espaces pour multiplier les ornemens. « Sur les quatre traverses qui lient les pieds du trône, je comptai trente “ sept figures; les unes représentant des lutteurs, les autres le combat “ d'Hercule contre les Amazones. Au dessus de la tête de Jupiter, “ dans la partie supérieure du trône, on voit d'une côté les trois Graces “ qu'il eut d'Eurynome, et les trois Saisons qu'il eut de Thémis. On “ distingue quantité d'autres bas-reliefs, tant sur le marche-pied que sur “ la base ou l'estrade qui soutient cette masse énorme; la plupart ex« écutés en or, et représentant les divinités de l'Olympe. Aux pieds " de Jupiter on lit cette inscription : " Je suis l'ouvrage de Phidias, Athenien, fils de Charmides.”

Voyage du Jeune Anacharsis, tome iii. p. 482. The dimensions of this wonderful statue (which Callimachus is said to have expressed in Iambic verse) are not preserved : but froin a pafsage in Strabo, which represents the head of the sitting figure as near the roof of the temple, (in height fixty feet,) we are enabled to form some conje&tures concerning its magnitude. Falconet supposes that the temple and the statue were wretchedly disproportioned to each other :


but the general voice of antiquity, in praise of the very sublime effect which this spectacle altogether produced, is sufficient to refute his supposition. Livy describes this effect very forcibly, in speaking of Paulus Æmilius: “Olympiam ascendit, ubi et alia quidem spectanda visa, et “. Jovem velut præsentem intuens, motus animo eft *."

Cedrenus affirms that the ivory Jupiter of Phidias was preserved at Constantinople ; and, if we may credit an author so frequently erroneous, the same city contained also a reclining Jupiter in marble, by this illustrious artist 7.

But it is time to take leave of Phidias.--Let me first observe that he sometimes used the pencil as well as the implements of sculpture, and painted a portrait of his kind and powerful friend Pericles, distinguished by his lofty title “ the Olympian.”

“ Cum et Phidiam ipsum initio pi&orem fuiffe tradatur, Olympic “ umque Athenis ab eo pi&um.”—Plin. lib. 35.

Pliny mentions a portrait of Pericles in bronze, (by the sculptor Ctesilaus,) with the same appellation : “ Ctesilaus (fecit) Periclem “ Olmypium dignum cognomine.” Many artists were undoubtedly patronized by this magnificent statesman: but Phidias was his favourite, and entrusted with the superintendance of those splendid public works with which the liberal ambition of Pericles delighted to decorate his country.

* Lib. xlv. c. 28. + Και ο Φειδια ελεφαντινος Ζευς, ον Περικλης ανεβηκεν εις νεων Ολυμπιων. ...... Αυτο δε προς γην ην βρετας Διο bx asıxo hubo, spyov Pridia, Savoy TW dox!by Eta xasens. -CEDRENUS, P. 255.

« 上一頁繼續 »