Forced to retire by fury of the wind:
Sometime, the flood prevails; and then, the wind;
Now, one the better; then, another best :
Both tugging to be victors, breast to breast,
Yet neither conqueror, nor conquered :
So is the equal poise of this fell war.
Here on this molehill will I sit me down.
To whom God will, there be the victory!
For Margaret my queen, and Clifford too,
Have chid me from the battle; swearing both,
They prosper best of all when I am thence.
'Would I were dead! if God's good will were so:
For what is in this world, but grief and woe?
O God! methinks it were a happy life
To be no better than a homely swain ;
To sit upon a hill, as I do now,
To carve out dials quaintly, point by point,
Thereby to see the minutes how they run;
How many make the hour full complete,
How many hours bring about the day,
How many days will finish up the year,
How many years a mortal man may live.

ως ήνίχ' αυτός εξαναγκασθείς ποτε ανέμων υπείκει πόντος ισχυρώ μένει

10 νικά δε πόντος άλλοτ', άλλοθ' η πνοή κρείσσων δ' εκάτερος εν μέρει θ' ήσσων κυρεϊ αεί δ' έρείδων στέρνεπί στέρνοις βία σκληρός παλαιστής καρτερεί νίκης πέρι, αλλ' ούτε καλλίνικος, ούθ' ήσσώμενος: χώ δεινός ούτως έσταγών ισόρροπος. ήδη παρ' όχθω τώδ' εγώ κλινώ δέμας: έστω δε νείκους ών θεός θέλει κράτος. γυνή γάρ ή μή και μ' άναξ Κλιφόρδιος μάχης απώσαντ', ενδατούμενοι λόγους

20 όρκο τε προστιθέντες' ως μάλιστα δή ημών απόντων ευτυχεί τα πράγματα. ει μηκέτείην συν θεώ δ' ειρήσεται: τί γάρ τα θνητά πλήν άχος τε και δύη, οιμοι δοκώ γάρ ευτυχούς κύρσαι βίου, δς ουδέν άλλο πλήν τις αγρότης έφυ: ώσπερ δ' εγώ νύν, επί λόφο καθήμενος, εν γνώμοσίν τε δεξιως γράφων τύπους ώρας δρόμον δηλούντας, εξαντλεϊ βίον: ως αν μάθη χρόνου πόδ' ώς πορεύεται, 30 όσος ποθ' ώρας μοίρας εκπλήσει χρόνος, όσος δε μέτρον ημέρας τελεσφόρου όσαι δ' έτους πληρoύσιν ημέραι κύκλον, όσον δε μήκος εκτενεί θνητός βίου.

1 Cf. Soph. Elect. 47. όρκο προστιθείς.

2 Herod. ii. 109. πόλους και γνώμονας, κ. τ. λ. Schweigh, in Lex. Herod. yvuuwv “horologium, solare."



Agam. The ample proposition, that hope makes In all designs begun on earth below, Fails in the promised largeness: checks and disasters Grow in the veins of actions highest rear'd; As knots, by the conflux of meeting sap Infect the sound pine, and divert his grain Tortive and errant from his course of growth. Nor, princes, is it matter new to us, That we come short of our suppose so far, That, after seven years' siege, yet Troy walls stand; Sith every action that hath gone before, Whereof we have record, trial did draw Bias and thwart, not answering the aim, And that unbodied figure of the thought, That gave 't surmised shape. Why then, you princes, Do you with cheeks abash'd behold our works; And think them shames, which are, indeed, nought else But the protractive trials of great Jove, To find persistive constancy in men? The fineness of which metal is not found In fortune's love: for then, the bold and coward, The wise and fool, the artist and unread, The hard and soft, seem all affin'd and kin:

ΑΓ. "A TOI προτείνειν άφθόνως ελπίς φιλεί :

εν τοις βρoτείων φροιμίοις βουλευμάτων,
ου καλλικάρποις εμμένει τάδ' έγγυαίς:
έν γάρ πτυχαϊσι των άγαν υψιζύγων
έργων ανάγκαι βλαστάνουσι δύσμαχοι,
ως γούν, αθροίσει συρροή τ' όπου, πλοκαι
βλάπτουσιν αισχρώς την πρίν υγιηράν πίτυν,
διαστρόφοισιν εμποδίζουσαι πλάναις
το μηκέτ' αύθις αυ ποτορθώσαι φυήν.-
ουδ', άνδρες, ήδη νεόγoνόν τι χρήμέφυ, 10
ημάς μεν ώδε των πάροιθεν ελπίδων
μακράν λελείφθαι, κάν βάθροις ούσης έτι
Τροίας, έτη περ επτά πυργηρουμένης.
και πάντα γάρ τοι των προτού πεπραγμένων,
όσοίδαμεν δέλτοισιν εγγεγραμμένα,
αντέσπασέν τε και παρήλλαξεν βία
η πείρα κωλύουσα μη τυχεϊν σκοπού,
μηδ', ής έδωκεν η τεκούσα φρών, τύπο
μορφής ασήμου δυσκρίτου θ' ομορροθεϊν.
τί δ' ουν, άνακτες, οία νύν σπουδάζομεν 20
δρώντες αισχύνεσθε ; ταύθ' ηγούμενοι
ημών όνειδος, όντα γ' ουδέν άλλο, πλην
τάς του μεγίστου Ζηνός άμβολάς, ίνα
το καρτερείν άπριγδ' εν ανθρώποις ίδη:
ου δή το κάλλος έν μεν ευνοία τύχης
αμηχάνως ζητούσιν εξευρεϊν έχει
ο γάρ φύσιν γ' άσπλαγχνος εύψυχός τ' ανήρ,
χώ μώρος, όστις τ' ήν επήβολος φρενών,

But, in the wind and tempest of her frown,
Distinction, with a broad and powerful fan,
Puffing at all, winnows the light away :
And what hath mass or matter, by itself
Lies, rich in virtue, and unmingled.

Nest. With due observance of thy godlike seat, Great Agamemnon, Nestor shall apply

30 Thy latest words. In the reproof of chance Lies the true proof of men: the sea being smooth, How many shallow bauble boats dare sail Upon her patient breast, making their way With those of nobler bulk !

But let the ruffian Boreas once enrage

The gentle Thetis, and, anon, behold
The strong-ribb’d bark through liquid mountains cut,
Bounding between the two moist elements,
Like Perseus' horse: where's then the saucy boat,
Whose weak untimber'd sides but even now
Co-rivalid greatness ? either to harbour fled,
Or made a toast for Neptune.

« 上一页继续 »