ePub 版

That birds would sing, and think it were not night.-
She, how she leans her cheek upon her hand !-
O, that I were a glove upon that hand,
That I might touch that cheek!

Ah me!

She speaks. O, speak again, bright angel! for thou art As glorious to this night, being o'er my head, As is a winged messenger of heaven Unto the white-upturned wond'ring eyes Of mortals, that fall back to gaze on him, When he bestrides the lazy-pacing clouds, And sails upon the bosom of the air.

Jul. O Romeo, Romeo ! wherefore art thou Romeo? Deny thy father, and refuse thy name: Or, if thou wilt not, be but sworn my love, And I'll no longer be a Capulet !





1st Lord. To-Day, my lord of Amiens, and myself, Did steal behind him, as he lay along Under an oak, whose antique root peeps out Upon the brook that brawls along this wood : To the which place a poor sequester'd stag, That from the hunter's aim had ta'en a hurt,

εφα κινών, ως σκότου πεφευγότος.
ίδ' ώς παρειάν είς χέραγκλίνασέχει:
είθ' ήν εκείνης δεξιάς χειρίς έπι,

30 όπως εκείνης ήπτόμην παρηίδος. ΙΟΥ. ώ μοι. ΡΩΜ. έφθέγξατ'· ώ θεός φαιδίμη φθέγξαι πάλιν.

ούτω γαρ ούτω διαπρέπεις ύπερθέ μου
άγαλμα νυκτίσεμνον, οιαπ' ουρανού
πτηνός βροτοίσιν άγγελος φαντάζεται,
οι δ' υπτιάζουσ' όμματέκπαγλούμενοι,
και τούμπαλιν κλίνουσι, και βραδυστόλων
νεφελών έφιππεύοντα δέρκονται θεόν

πτεροΐσι ναυστολούντα κόλπον αιθέρος. ΙΟΥ. ώ Ρωμέων, τί δήτα Ρωμέων έφυς ;

40 πατέρα τ' αναίνου κώνομ'· ει δε μη θέλεις, όμνυ φιλήτωρ τήσδε πιστός εμμενεϊν, κάγώ δόμων τε και γένους εξίσταμαι.



ΑΝ. "ΈΓΩΓ' άνακτι σήμερον ξυν 'Αμιεί

όπισθε τάνδρός είρπον, αρχαίας δρυός
υπό σκία κλιθέντος, ης πολύπτυχος
προύκυψε ρίζα ναμάτων κατοψία
& τήσδ' επιρρέοντα καχλάζει νάπης.
οι και τάλας τις έλαφος, δς δίχ' εφθάρη
ταΐσιν κυναγών χερσί που βεβλαμμένος,
επ' εκπνοάς προσήλθε θανασίμους βίου

Did come to languish : and, indeed, my lord,
The wretched animal heav'd forth such groans,
That their discharge did stretch his leathern coat
Almost to bursting; and the big round tears
Cours’d one another down his innocent nose
In piteous chase: and thus the hairy fool,
Much marked of the melancholy Jaques,
Stood on the extremest verge of the swift brook,
Augmenting it with tears.
Duke s.

But what said Jaques ? Did he not moralize this spectacle ?

1st Lord. O yes ! into a thousand similes. First, for his weeping in the needless stream. Poor deer! quoth he, thou mak'st a testament As worldlings do, giving thy sum of more To that which had too much. Then, being alone, Left and abandon'd of his velvet friends : 'Tis right! quoth he; thus misery doth part The flux of company. Anon, a careless herd, Full of the pasture, jumps along by him, And never stays to greet him: Ay! quoth Jaques, Sweep on, you fat and greasy citizens ! 'Tis just the fashion. Wherefore do you look Upon that poor and broken bankrupt there?Thus most invectively he pierceth through

και δη τοιούσδε θήρ ο δύστηνος γόους
ήγειρεν, ώναξ, ώστε και δέρας σχεδόν 10
διαρραγήναι δυσπνόοις φυσήμασι.
παχέα δ' απ' όσσων νηπίου ρινός κάτα
εφέσπετ' αλλήλοισι δακρύων λίβη,
οικτρόν γ' ιδείν διώγμα χώδ' ο ταρφύτριξ,
νωθρόν δεδορκώς, χυπό του πενθήμονος
εν τώδ' 'Ιάχου πολλά τηρηθείς, άκραις
όχθαισι νασμών ωκέων παρίστατο,

δακρυρρόφ νιν αυξάνων πλημμυρίδι. ΒΑ. τί δήτ' 'Ιάχης είπεν ; ου σοφήν τινα

γνώμην έλεξε τήσδε της θέας πέρι και 20 ΑΝ. και μυρίοις γ' ήκαζε ποικίλλων τρόπους.

πρώτον μεν, ώναξ, ώδε του το θηρίον
ρείθρα 'νδακρύσαι τάφθόνο καθήψατο:
φεύ, φεύ ταλαίπωρ' έλαφε, συ δε την ουσίαν
την σην παραδιδούς, οία σύγγονον βροτοίς
το πρόσθ' άγαν έχοντι προσνέμεις πλέον.
έπειθ' ορών νιν μούνον, ήρημωμένον,
και των εταίρων των αβρών αγείτονα,
ορθώς έχει τάδ', είπε, τήν γάρ τοι φίλων
επιρρόην ενόσφισή δυσπραξία.

ελάφων δε πλήθος έκπλεων βοράς ιδών,
εική παρασκιρτών τε κoύ προσεννέπον
χαίρειν τον ουτασθέντα, δυστομεί τάδε
ίτ' ώ σφριγώντες πίoνές τε δημόται,

θ' ώδε γάρ νυν πανταχού νομίζεται:
τί τόνδε προσδέρκεσθε τον πανώλεθρον;
ούτως αγρούς τε και πόλιν και δώματα

[ocr errors]

The body of the country, city, court,
Yea, and of this our life : swearing, that we
Are mere usurpers, tyrants, and what's worse,
To fright the animals, and to kill them up,
In their assign'd and native dwelling-place.


JULIUS CÆSAR. Act. 2. Sc. 2.



Cal. CÆSAR, I never stood on ceremonies ; Yet now they fright me. There is one within, Besides the things that we have heard and seen, Recounts most horrid sights seen by the watch. A lioness hath whelped in the streets ; And graves have yawn'd, and yielded up their dead : Fierce fiery warriors fight upon the clouds, In ranks, and squadrons, and right form of war, Which drizzled blood upon the Capitol :

The noise of battle hurtled in the air,

Horses did neigh, and dying men did groan ;
And ghosts did shriek, and squeal about the streets.

« 上一頁繼續 »