ePub 版

And having that, do choke their service up
Even with the having : it is not so with thee.
But, poor old man ! thou prun'st a rotten tree,
That cannot so much as a blossom yield,
In lieu of all thy pains and husbandry.
But come thy ways ! we'll go along together;
And ere we have thy youthful wages spent
We'll light upon some settled low content.

Ad. Master, go on; and I will follow thee,
To the last gasp, with truth and loyalty.



[blocks in formation]

Ul. Time hath, my Lord, a wallet at his back, Wherein he puts alms for oblivion, A great-sized monster of ingratitudes : Those scraps are good deeds past; which are devoured As fast as they are made ; forgot as soon As done. Perseverance, dear my Lord, Keeps honour bright. To have done, is to hang Quite out of fashion, like a rusty mail In monumental mockery. Take the instant way; For honour travels in a strait so narrow,


μισθόν δε πάς τις ευθέως κεκτημένος
σπουδήν απείπε την πρίν ώς τάχος πάλιν.
σοι δ' ου δέδοκται τoίαδ', ώ φίλον κάρα.
ξηρόν γε μέντοι, πρέσβυ, κηπεύων φυτών
ματαία μοχθείς, ου σεσηπότες κλάδοι
ουδ' άνθος έν φύσουσι των πόνων θέρος.
αλλ', ει δοκεί, φευξούμεθ' εις ξένην ομού,
και πριν τα χρήματεξαναλώσαι τάδε,
τάχ αν βραχείαν ήσυχόν θ' εύροίμεθα

τροφήν αλητεύοντε, και παύλαν πλάνης. ΑΔ. χώρει σύ, σοι δε διά τέλους εφέψομαι,

έως αν αιών ούμος αντέχη, τέκνον,
πιστώ προθύμως κάμπέδω φρονήματι.





ΟΔ. ΩΝ ΑΞ, φέρει πήραν τιν' ώμοισιν χρόνος,

όπου κομίζει πτωχικάς Λήθη τροφές,
τη δυσχαρίστοις χάρισιν εξωγκωμένη.
τάδ' εκ παλαιών κλάσματευ δεδραμένων
όμου πεπραγμέν' έστι και βεβρωμένα,
πέφυκεν άρτι, και λέληθ' ανθήμερον.
το γούν έχεσθαι των πεπραγμένων άπριξ,
σώζει το καλλιφεγγες ευκλείας φάος,
ο δ' αύτ' άπειπών, οδάπερ πανοπλία
μελαμπαγής τις, εκποδών εκρήμνατο
αρχαιοσέμνω γαυριών αγάλματι.
θ' αρπάσαι, τον ένθεν άρπάσαι στίβον,
ευδοξία γάρ εν στενούς οδοιπορεί,


Where but one goes abreast: keep then the path ;
For emulation hath a thousand sons,
That one by one pursue. If you give way,
Or hedge aside from the direct forthright,
Like to an enter'd tide they all rush by,
And leave you hindmost ;-
Or, like a gallant horse fallen in first rank,
Lie there for pavement to the abject rear,
O’errun and trampled on. Then what they do in present,
Though less than yours in past, must o'ertop yours:
For time is like a fashionable host,
That slightly shakes his parting guest by the hand;
And with his arms outstretched, as he would fly,
Grasps-in the comer. Welcome ever smiles,
And farewell goes out sighing. O, let not virtue seek
Remuneration for the thing it was !
For beauty, wit,
High birth, vigour of bone, desert in service,
Love, friendship, charity, are subjects all
To envious and calumniating time.
One touch of nature makes the whole world kin,
That all, with one consent, praise new-born gawds,
Though they are made and moulded of things past;

ίν' ου τρέχει τις, μη ου μονοστιβής δραμών.
κράτει, κράτει συ της οδού, ζήλος γάρ ούν
τέκνων φυτεύει μυρίων βλαστήματα,
τούτων δ' εφεξής πας σε τις κυνηγετεί.
σου δ' έκκλιθέντος ή πεσόντος εκδρόμου,
επεισπεσόντι προσφερείς κλυδωνία
υπερθέoυσι, λοίσθιον λελοιπότες.

20 και μην προκείσει γ' εκτάδην, χαμαιπετές λάκτισμα τοϊσιν εσχάτην τεταγμένοις, ως ευγενής τις ίππος εν πρόμοις πεσών, πατούμενός τε και κατεσπoδημένος. τoίγαρ τα τούτων αρτίως ειργασμένα νικάν τα σου παλαιά, κάν μείζω κύρη, πάσ' έστ' ανάγκη προξένου γάρ ευτρόπου οργαΐς έoικεν αιολοστρόφους χρόνος, όστις δι' υγράς τους μεν εξορμωμένους μεθηκε χειρός, τον δε δή νεήλυδα

30 πτηνούς έμαρψεν αγκάλων πετάσμασιν φαιδρός γε τοίνυν φροιμιάζεται γέλως, τω δ' εξιόντι θρηνός έσθ' ομόστολος. μη δητα προς θεών αρετή θηρευσάτω του πριν γενέσθαι μίσθον ευγένεια γαρ αλκή, φρόνησις, καλλονή, προθυμία, φιλότης, έρως, εύνοια,-πάνθ' απλώ λόγω, χρόνου φθονούντος και φιλοψόγου κλύει. εμφυλίω γαρ ξυγγενής κηδεύματι φύσις ξυνάπτει πάντας, ως ομορρόθοις 40 φήμαις επαινείν νεόγοναγλαΐσματα καίπερ παλαιούς σχήμασιν πεπλασμένα,

And give to dust, that is a little gilt,
More laud than gilt o'er-dusted.
The present eye praises the present object :
Then marvel not, thou great and complete man,
That all the Greeks begin to worship Ajax ;
Since things in motion sooner catch the eye
Than what not stirs. The cry went once on thee;
And still it might: and yet it may again,
If thou would'st not entomb thyself alive,
And case thy reputation in thy tent;
Whose glorious deeds, but in these fields of late,
Made emulous missions 'mongst the gods themselves,
And drave great Mars to faction.




This Cardinal, Though from an humble stock, undoubtedly Was fashioned to much honour. From his cradle He was a scholar, and a ripe and good one; Exceeding wise, fair spoken, and persuading : Lofty and sour to them that loved him not ; But to those men that sought him, sweet as summer.

« 上一頁繼續 »